Skip to main content
Welcome to Deloitte
If we have selected the wrong experience for you, please change it above.

Από τη Συμμόρφωση στη Στρατηγική: Πώς Αλλάζει το ESG για τις Επιχειρήσεις

Interview with Nayia Christofi, Manager, Sustainability & Specialised Assurance 

Η ελάφρυνση των υποχρεώσεων αναφοράς δεν αλλάζει την επιχειρηματική πραγματικότητα ούτε μειώνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο που συνδέεται με περιβάλλοντικά και κοινωνικά θέματα και θέματα διακυβέρνησης, όπως εξηγεί η Νάγια Χριστοφή, Manager, Sustainability & Specialized Assurance, στη Deloitte.

Η μείωση του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας για υποχρεωτική αναφορά βιωσιμότητας δεν αποδυναμώνει τη στρατηγική σημασία του ESG για τις επιχειρήσεις, αφού oι πιέσεις που συνδέονται με τα θέματα ESG παραμένουν ουσιαστικές και απαιτούν συστηματική διαχείριση. Από το ενεργειακό κόστος, τις φυσικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και τους περιορισμούς στους φυσικούς πόρους, μέχρι τις απαιτήσεις σε θέματα ανθρώπινου δυναμικού, εταιρικής διακυβέρνησης, εφοδιαστικής αλυσίδας, κυβερνοασφάλειας και τεχνητής νοημοσύνης, το ESG δεν αφορά πλέον μόνο το reporting. Αφορά την ανθεκτικότητα, τη διαχείριση κινδύνου και τη στρατηγική ετοιμότητα. Σε αυτή τη συζήτηση, η κα. Χριστοφή, εξηγεί γιατί η συρρίκνωση των υποχρεώσεων αναφοράς βιωσιμότητας δεν βγάζει το ESG από την επιχειρηματική ατζέντα. Όπως επισημαίνει, το ερώτημα δεν είναι τι καλείται να αναφέρει μια επιχείρηση, αλλά αν διαθέτει τα δεδομένα, τις διαδικασίες και την ετοιμότητα να ενσωματώσει τα ουσιώδη θέματα ESG στη λήψη αποφάσεων.

Οι αλλαγές στις oδηγίες CSRD και CSDDD και η νέα προσέγγιση της Omnibus περιόρισαν τις υποχρεώσεις αναφοράς. Σημαίνει αυτό ότι μειώνονται και οι πιέσεις ή οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι που συνδέονται με το ESG;

Οι αλλαγές στην Οδηγία για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις επιχειρήσεις (CSRD) και στην Οδηγία για την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα (CSDDD) δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι οι επιχειρήσεις έχουν πλέον μικρότερη πίεση στα θέματα ESG. Οι αλλαγές που έφερε η Οδηγία Omnibus μείωσαν τη ρυθμιστική πίεση, καθώς οδήγησε σε σημαντική συρρίκνωση της υποχρεωτικής αναφοράς βιωσιμότητας και σε επιεικέστερη προσέγγιση ως προς ορισμένες υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας. Ωστόσο, η επιχειρηματική πραγματικότητα παραμένει απαιτητική. Οι κυπριακές επιχειρήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον που επηρεάζεται από νομικές και κανονιστικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (E.E.), από πιέσεις της αγοράς, των πελατών, των χρηματοδοτών και των εφοδιαστικών αλυσίδων, καθώς και από τους φυσικούς κινδύνους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.

Με άλλα λόγια, η ελάφρυνση των υποχρεώσεων αναφοράς δεν σημαίνει ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον γίνεται λιγότερο απαιτητικό, ούτε ότι μειώνονται αντίστοιχα οι κίνδυνοι που συνδέονται με περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα και ζητήματα διακυβέρνησης.

 

«Το ζητούμενο είναι κατά πόσο διαθέτει μια επιχείρηση τα δεδομένα, τις διαδικασίες και την εσωτερική ετοιμότητα για να ενσωματώνει τα ουσιώδη ESG θέματα στη λήψη αποφάσεων»

 

Πέρα από την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας, ποιες ρυθμιστικές απαιτήσεις επηρεάζουν ήδη τις κυπριακές επιχειρήσεις και τι αλλάζουν στην πράξη;

Πέρα από τις υποχρεώσεις αναφοράς, οι κυπριακές επιχειρήσεις επηρεάζονται ήδη από εξελίξεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο της Ε.Ε. με άμεσο επιχειρηματικό αντίκτυπο. Το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της Ε.Ε. (EU ETS) μετατρέπει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε οικονομικό κόστος και αυξάνει τις ανάγκες για ακριβή μέτρηση, καλύτερη ορατότητα στα δεδομένα και ισχυρότερη εσωτερική εποπτεία.

Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) εντείνει την ανάγκη για αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με τις εκπομπές στις εισαγωγές, μεγαλύτερη διαφάνεια στην εφοδιαστική αλυσίδα και στενότερη συνεργασία με προμηθευτές και εμπορικούς εταίρους. Η Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτηρίων (EPBD) αυξάνει την πίεση για έγκαιρο προγραμματισμό επενδύσεων σε ενεργειακές αναβαθμίσεις. Παράλληλα, ο Κανονισμός για τις Συσκευασίες και τα Απορρίμματα Συσκευασίας (PPWR) αυξάνει τις απαιτήσεις ως προς τη σύνθεση, τον σχεδιασμό και τη διαχείριση των συσκευασιών, ενισχύοντας παράλληλα την ανάγκη για τεκμηρίωση και παρακολούθηση των σχετικών στοιχείων και για προσαρμογή των προδιαγραφών των προϊόντων, ενώ η Οδηγία για τη μισθολογική διαφάνεια (Pay Transparency Directive) ενισχύει τις απαιτήσεις για αξιόπιστα δεδομένα ως προς τις αμοιβές, για μεγαλύτερη πειθαρχία στις σχετικές διαδικασίες και σαφέστερη εποπτεία των ζητημάτων ισότητας στον χώρο εργασίας. Aυτά αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα, καθώς υπάρχουν και άλλες ευρωπαϊκές νομοθετικές και κανονιστικές εξελίξεις που επηρεάζουν διαφορετικούς τομείς δραστηριότητας. Στην πράξη, πολλές επιχειρήσεις ήδη χαρτογραφούν ποιες από αυτές τις απαιτήσεις τις επηρεάζουν, με βάση το επιχειρηματικό τους μοντέλο, τον κλάδο, τις δραστηριότητες, την αλυσίδα αξίας τους και δημιουργούν εσωτερικές διαδικασίες και μηχανισμούς εποπτείας ώστε να συγκεντρώνουν αξιόπιστα δεδομένα.

Ποιοι άλλοι επιχειρηματικοί και λειτουργικοί κίνδυνοι συνδέονται σήμερα με το ESG και πώς μπορούν οι επιχειρήσεις να ανταποκριθούν πρακτικά;

Ένας σημαντικός κίνδυνος προέρχεται από την ίδια την αγορά. Τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, επενδυτές και μεγάλοι εταιρικοί πελάτες ζητούν ολοένα και συχνότερα πληροφορίες ESG στο πλαίσιο της πιστοληπτικής αξιολόγησης, της εκτίμησης και ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς και της επιλογής και διαχείρισης προμηθευτών. Συχνά, τα αιτήματα αυτά συνδέονται και με την ανάγκη των ίδιων των μερών να ανταποκριθούν στις δικές τους κανονιστικές υποχρεώσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, πολλές επιχειρήσεις αξιοποιούν το Εθελοντικό Πρότυπο Ύποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας για τις ΜΜΕ (VSME) ως βάση για να οργανώνουν την πληροφόρησή τους και να ανταποκρίνονται με πιο συνεπή και αναλογικό τρόπο στα σχετικά αιτήματα της αγοράς, χωρίς να υιοθετούν τη βαρύτητα και την πολυπλοκότητα ενός πλήρους υποχρεωτικού πλαισίου αναφοράς. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιχειρήσεις που προετοιμάζονται για συμμόρφωση με το CSRD αποστέλλουν ήδη αιτήματα πληροφόρησης σε φορείς της αλυσίδας αξίας τους, χρησιμοποιώντας το VSME ως σημείο αναφοράς για το εύρος των πληροφοριών που ζητούνται.

Παράλληλα, σημαντική παραμένει και η έκθεση σε λειτουργικούς κινδύνους που συνδέονται με ζητήματα ESG.

Το κόστος ενέργειας και άνθρακα, οι περιορισμοί στους υδάτινους πόρους, οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και τα ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν να εντείνουν τις οικονομικές πιέσεις και να επηρεάσουν άμεσα τη λειτουργία και την παραγωγικότητα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και κίνδυνοι από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, κυρίως σε θέματα ενέργειας, δεδομένων, κυβερνοασφάλειας, εποπτείας και δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού. Για να αντιμετωπιστούν ουσιαστικά αυτά τα ζητήματα, οι επιχειρήσεις χρειάζεται να τα εντάξουν σε μια συστηματική διαδικασία αξιολόγησης και διαχείρισης κινδύνων, με παρακολούθηση κρίσιμων δεδομένων, αναλύσεις σεναρίων και ενίσχυση βασικών μηχανισμών ελέγχου και εποπτείας.

Ποιος είναι ο ρόλος του διοικητικού συμβουλίου σε αυτό το περιβάλλον;

Ο ρόλος του διοικητικού συμβουλίου είναι, πρωτίστως, να αντιμετωπίζει τα ζητήματα βιωσιμότητας όχι ως θέμα επικοινωνίας, αλλά ως ζήτημα επιχειρηματικής στρατηγικής, ανθεκτικότητας και κατανομής πόρων. Το ζητούμενο δεν είναι η ταυτόχρονη αντιμετώπιση όλων των θεμάτων ESG, αλλά ο σαφής προσδιορισμός εκείνων που είναι ουσιώδη για τη δραστηριότητα και το επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας, ώστε η προσοχή της διοίκησης και οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθύνονται στα ζητήματα με τη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση ουσιαστικότητας (ESG Materiality Assessment) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Παρέχει μια δομημένη βάση για την ιεράρχηση των θεμάτων που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία για την επιχείρηση και τα ενδιαφερόμενα μέρη της, αλλά και για ένα πιο συστηματικό πλαίσιο παρακολούθησης και διαχείρισης.

Από εκεί και πέρα, το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να μετατρέπει αυτές τις προτεραιότητες σε αποφάσεις: πού απαιτούνται επενδύσεις, ποιοι κίνδυνοι χρειάζονται στενότερη εποπτεία, ποιες αλλαγές στο λειτουργικό μοντέλο είναι αναγκαίες, ποιοι θα έχουν την ευθύνη υλοποίησης και ποια δεδομένα και ποιες δικλείδες ελέγχου χρειάζονται για να στηρίζουν αξιόπιστα τη λήψη αποφάσεων.

Επομένως, για πολλές κυπριακές επιχειρήσεις, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι τι υποχρεούνται να αναφέρουν, αλλά αν διαθέτουν την εσωτερική ετοιμότητα να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα ουσιώδη ζητήματα και να τα μετατρέπουν σε διοικητικές αποφάσεις και δράσεις. Σε αυτό το πλαίσιο η βιωσιμότητα μετατρέπεται σε ένα εργαλείο στρατηγικής αξιολόγησης, διαχείρισης των κινδύνων και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας.

«Το ζητούμενο είναι κατά πόσο διαθέτει μία επιχείρηση τα δεδομένα, τις διαδικασίες και την εσωτερική ετοιμότητα για να ενσωματώνει τα ουσιώδη ESG θέματα στη λήψη αποφάσεων»

Καθοριστικές στις δεξιότητες που θα αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία τα επόμενα χρόνια είναι η κριτική και αναλυτική σκέψη, η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και συμπερασμάτων από την ΑΙ, για να μπορούν να αμφισβητούν, να εντοπίζουν κενά ή προκαταλήψεις, και να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση. Εξίσου σημαντικές θα είναι η συναισθηματική νοημοσύνη, η ενσυναίσθηση, η επικοινωνία, η ηγετικές ικανότητες και η ομαδικότητα. Τέλος η διάθεση για συνεχή μάθηση, επαναπροσδιορισμό του τρόπου εργασίας, ευελιξία και προσαρμοστικότητα.

Σε μια οικονομία που βασίζεται στις υπηρεσίες, όπως η κυπριακή, οι σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πελάτες και συνεργάτες αποτελούν δεξιότητα που καμία AI δεν μπορεί να αναπαράγει.

Πώς μπορεί ένας οργανισμός να προετοιμάσει το ανθρώπινο δυναμικό του ώστε να συνεργάζεται αποτελεσματικά με εργαλεία AI αντί να τα αντιμετωπίζει ως απειλή;

Βάση και της εμπειρίας μας από την εφαρμογή εσωτερικών εργαλείων ΑΙ, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος είναι μέσα από μια ολιστική προσέγγιση στη διαχείριση της αλλαγής. Οι εργαζόμενοι πρέπει να συμμετέχουν από την αρχή στον σχεδιασμό της εφαρμογής της AI, ώστε να αντιληφθούν στην πράξη πώς μπορεί να βελτιώσει την καθημερινή τους εργασία, ζητώντας τους, για παράδειγμα, να εντοπίσουν τις πιο επαναλαμβανόμενες ή λιγότερο δημιουργικές διαδικασίες της καθημερινότητάς τους και να συνδιαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο η AI μπορεί να τους απαλλάξει από αυτές.

Παράλληλα, εξίσου σημαντική είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος και μιας κουλτούρας πειραματισμού, που θα τους επιτρέψει να εξοικειωθούν σταδιακά με τα νέα εργαλεία, και σαφής επικοινωνία και στήριξη από την ηγεσία για το γιατί γίνεται αυτή η μετάβαση και ποια αξία δημιουργεί. αυτό θα προλάβει και τις όποιες επιφυλάξεις που μπορεί να προκύψουν περιορίζοντας την αβεβαιότητα. Όταν υπάρχει συμμετοχή και ξεκάθαρο όραμα, η AI αντιμετωπίζεται περισσότερο ως εργαλείο ενδυνάμωσης και λιγότερο ως απειλή.

Επιχειρήσεις και ανθρώπινο στοιχείο

Πώς μπορεί μια επιχείρηση να αξιοποιήσει την AI χωρίς να χάσει το ανθρώπινο στοιχείο που τη χαρακτηρίζει;

Ο άνθρωπος πρέπει να παραμείνει στο επίκεντρο των αποφάσεων. Η AI μπορεί να αναλάβει την επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων, την ταχύτερη αναγνώριση μοτίβων και τη σύνταξη αναφορών. Ωστόσο, η τελική κρίση, η αξιολόγηση και η επικοινωνία παραμένουν στον άνθρωπο.

Στην Κύπρο ειδικά, όπου πολλές σχέσεις ανάμεσα σε επιχειρήσεις είναι βαθιά ανθρωποκεντρικές και βασίζονται στην προσωπική επαφή και στη μακροχρόνια εμπιστοσύνη, η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την αποδοτικότητα αναλαμβάνοντας μεγάλο μέρος του ‘back-office’, όμως η επικοινωνία με τον πελάτη, η ηθική στάθμιση μιας απόφασης και η προσωποποιημένη επαφή παραμένουν κατεξοχήν ανθρώπινες λειτουργίες που δεν μπορούν να αντικατασταθούν.

Αν έπρεπε να δώσετε ένα μήνυμα στους εργαζόμενους που αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την Τεχνητή Νοημοσύνη, ποιο θα ήταν αυτό;

Μην βλέπετε την τεχνητή νοημοσύνη ως μια απειλή, η έναν αντίπαλο που έρχεται να σας αμφισβητήσει και να σας πάρει τη δουλειά σας. Αντιμετωπίστε την σαν ένα ψηφιακό ακούραστο συνεργάτη που μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά τις δυνατότητές σας. Αγκαλιάστε την τεχνολογία και αφήστε την να αναλάβει τα πιο βαρετά, χρονοβόρα και επαναλαμβανόμενα κομμάτια της δουλειάς σας ελευθερώνοντας σας πολύτιμο χρόνο για όσα έχουν αξία και σας κάνουν μοναδικούς και αναντικατάστατους: τη δημιουργικότητά, την κρίση, τη στρατηγική σκέψη.

Η σωστή στάση δεν είναι ο φόβος, αλλά η προσαρμογή και όσοι μάθουν να συνεργάζονται με αυτή την τεχνολογία θα είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για το μέλλον της εργασίας.

Δημοσιεύτηκε στο Economy Today