Η υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας δεν είναι μια απλή λίστα ελέγχου, αλλά ένας διαρκώς μεταβαλλόμενος στόχος, με την πολυπλοκότητα των κανονισμών να αυξάνεται συνεχώς. Η Οδηγία της ΕΕ για την Αναφορά Εταιρικής Βιωσιμότητας (Corporate Sustainability Reporting Directive, CSRD) για παράδειγμα απαιτεί εκατοντάδες δηλώσεις και εκτενή συλλογή δεδομένων, ενώ άλλες οδηγίες και μηχανισμοί επιβάλλουν προσαρμογές σε τιμές και έλεγχο τιμών άνθρακα, ανάμεσα σε άλλα. Παράλληλα, το πολιτικό πλαίσιο αλλάζει συνεχώς, με αποτέλεσμα τα πρότυπα να μην παραμένουν στατικά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό αυξάνει την πιθανότητα και το κόστος λαθών, με κίνδυνο να συμπεριλαμβάνονται ανακρίβειες στις αναφορές, οδηγώντας σε μη συμμόρφωση, πιθανή βλάβη της φήμης και οικονομικές απώλειες.
Πολλοί οργανισμοί δεν διαθέτουν τις απαραίτητες ικανότητες για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας: επαρκή γνώση διαφόρων πολιτικών και κανονισμών, ενσωμάτωση της τεχνολογίας και δεδομένα έτοιμα για υποβολή. Σαν αποτέλεσμα, πολλές εταιρείες στρέφονται σε εξειδικευμένους εξωτερικούς συνεργάτες για να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες δεξιότητες και να καλύψουν το κενό.
Η δημιουργία εσωτερικών ομάδων συχνά περιορίζεται σε «ομάδες συμμόρφωσης» που επικεντρώνονται στη συμπλήρωση εντύπων και στη συλλογή στοιχείων, χωρίς τη γνώση για στρατηγική αξιοποίηση των δεδομένων για την εξαγωγή συμπερασμάτων και τη λήψη καλύτερων και ταχύτερων αποφάσεων, κάτι που προσφέρουν οι σύμβουλοι. Οι σύμβουλοι προσεγγίζουν τη συμμόρφωση σε θέματα βιωσιμότητας με έμφαση στην τεχνολογία και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Επιτυγχάνουν μείωση του φόρτου εργασίας αξιοποιώντας τεχνολογία και τεχνητή νοημοσύνη, ενώ στο επίκεντρο βρίσκεται η υποστήριξη των πελατών στη διαχείριση των δεδομένων με στόχο τη μείωση κανονιστικών κινδύνων, την αύξηση κέρδους, τη βελτίωση προϊόντων και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας.
Η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης σε όλη τη διαδικασία αναφοράς είναι κρίσιμη. Σε βασικό επίπεδο, μπορεί να σαρώσει λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, να εντοπίσει και να ενημερώσει για πιθανά κενά. Σε πιο προχωρημένο επίπεδο, μπορεί να αναλύσει δορυφορικές εικόνες για να αποδείξει, για παράδειγμα, ότι οι πηγές εφοδιασμού δεν καταπατούν τα δάση, πληροφορίες που στη συνέχεια επικυρώνουν οι σύμβουλοι. Ο συνδυασμός αυτοματισμού και διασφάλισης που προσφέρουν οι σύμβουλοι επιταχύνει την υποβολή εκθέσεων και αυξάνει την αξιοπιστία, ένα πλεονέκτημα που λίγες εταιρείες μπορούν να επιτύχουν μόνες τους.
Η πραγματική αλλαγή συμβαίνει όταν τα δεδομένα βιωσιμότητας βγαίνουν από τα σιλό των οργανισμών και ενσωματώνονται στις βασικές επιχειρηματικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, η επιλογή στην παραγωγή ανάμεσα σε προϊόντα με διαφορετικό κόστος και αποτύπωμα άνθρακα μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την κερδοφορία και την εικόνα μιας εταιρείας, και αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην εκτίμηση κερδών και ζημιών. Επιπλέον, η διαδικασία συλλογής δεδομένων μπορεί να αποκαλύψει ευκαιρίες εξοικονόμησης κόστους μέσω της κυκλικότητας, όπως η επαναχρησιμοποίηση υλικών και η βελτιστοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Σε όλη αυτή την προσπάθεια, η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά, αλλά ενισχύει την ανθρώπινη νοημοσύνη, υποβοηθώντας τον άνθρωπο να μετατρέψει τα δεδομένα βιωσιμότητας σε αποφάσεις που μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο, να προωθήσουν την ανάπτυξη και να επιτύχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο. Γι’ αυτό, οικονομικοί διευθυντές, υπεύθυνοι της εφοδιαστικής αλυσίδας και επικεφαλής επιχειρηματικών μονάδων – και όχι μόνο οι υπεύθυνοι συμμόρφωσης – αναγνωρίζουν πλέον την αναφορά βιωσιμότητας ως ευκαιρία και εργαλείο ανάπτυξης και βελτίωσης κέρδους.
Οι κανονισμοί και τα πλαίσια συμμόρφωσης που εξελίσσονται και αλλάζουν συνεχώς διαδραματίζουν ήδη σημαντικό ρόλο, και παρά τις νομοθετικές προσαρμογές όπως η πρόταση Omnibus της ΕΕ, οι απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας αποτελούν αντικείμενο συζήτησης. Η CSRD, για παράδειγμα, θεσπίζει ένα πλαίσιο για την υποβολή εκθέσεων εταιρικής βιωσιμότητας που προάγει τη διαφάνεια και ωθεί τις επιχειρήσεις να προχωρήσουν πέρα από την απλή αναφορά, σημειώνοντας ουσιαστική πρόοδο σε δράσεις και προγράμματα βιωσιμότητας. Η έκθεση αυτή εντέλει γίνεται ένα εργαλείο που υποστηρίζει την ανάπτυξη, τη μείωση κόστους και ενισχύει την ανθεκτικότητα.
Όπως αποκάλυψε και η Έκθεση 2025 C-suite Sustainability Report της Deloitte, το 83% των συμμετεχόντων ήδη αύξησαν τις επενδύσεις τους στη βιωσιμότητα τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 40% μετασχηματίζει το επιχειρηματικό του μοντέλο ώστε να θέσει τη βιωσιμότητα στο επίκεντρο, με στόχο την επίτευξη ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος. Η μετατροπή της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας από υποχρέωση σε στρατηγική ευκαιρία αποτελεί το κλειδί για την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων στο μέλλον.
Δημοσιεύτηκε στο philenews.com
© 2026 Deloitte Limited
In this press release references to “Deloitte” are references to one or more of Deloitte Touche Tohmatsu Limited (“DTTL”), a UK private company limited by guarantee, and its network of member firms, each of which is a legally separate and independent entity. Please see www.deloitte.com/about for a detailed description of the legal structure of DTTL and its member firms. The information contained in this press release is correct at the time of going to press.
About Deloitte Cyprus:
Deloitte & Touche (M.E.) (DME) is an affiliated sublicensed partnership of Deloitte NSE LLP with no legal ownership to DTTL. Deloitte North South Europe LLP (NSE) is a licensed member of Deloitte Tohmatsu Limited.
Deloitte Limited is the sub-licensed affiliate of Deloitte NSE for Cyprus. Deloitte Limited is among the leading professional services firms in Cyprus, providing audit and assurance, consulting, financial advisory, risk advisory, tax and related services, as well as a complete range of services to businesses operating from Cyprus. For more information, please visit the Deloitte Cyprus’s website at www.deloitte.com/cy.
Deloitte Limited is a private limited liability company registered in Cyprus (Reg. No. 162812).
Offices: Nicosia, Limassol
About Deloitte:
Deloitte refers to one or more of Deloitte Touche Tohmatsu Limited (“DTTL”), its global network of member firms, and their related entities (collectively, the “Deloitte organisation”). DTTL (also referred to as “Deloitte Global”) and each of its member firms and related entities are legally separate and independent entities, which cannot obligate or bind each other in respect of third parties. DTTL and each DTTL member firm and related entity is liable only for its own acts and omissions, and not those of each other. DTTL, NSE and DME do not provide services to clients. Please see www.deloitte.com/about to learn more.
Deloitte provides leading professional services to nearly 90% of the Fortune Global 500® and thousands of private companies. Our people deliver measurable and lasting results that help reinforce public trust in capital markets and enable clients to transform and thrive. Building on its 180-year history, Deloitte spans more than 150 countries and territories. Learn how Deloitte’s approximately 460,000 people make an impact that matters at www.deloitte.com.
Press contact(s):
Lena Machlouzarides
Manager | Brand, Marketing & Eminence
Deloitte Limited
Tel: +357 22 360 597
lmachlouzarides@deloitte.com